About Report a problem

Menu

καθυπακούω

καθυπακούω, consent

καθυπ-ᾰκούω,
  • consent, σῖτον ἀποδόσθαι τῆς καλῶς ἐχούσης τιμῆς IG 7.4262.4 (Oropus, iii/ii B.C.).

Saved

Recent