καθυπάρχω Save καθυπάρχω, to be, exist LSJ Bailly 2024 Pape καθυπ-άρχω, strengthd. for ὑπάρχω, Plu. Cic. 23. καθ·υπάρχω [κᾰ] c. ὑπάρχω, Plut. Cic. 23. καθυπάρχω, = ὑπάρχω, Plut. Cic. 23.