κακόβλητος
κακόβλητος, ill-thrown, missed
κᾰκό-βλητος, ον,
- ill-thrown, missed, Suid. s.v. ἀβλῆτα βέλη.
κακόβλητος, schlecht geworfen, getroffen, Suid. v. ἄβλητος.
κακόβλητος, ill-thrown, missed