κακοβουλοσύνη Save Bailly 2024 Pape κακοβουλοσύνη, ης (ἡ) [ᾰ] c. κακοβουλία, Sib. fr. 1, 19. κακοβουλοσύνη, ἡ, = κακοβουλία, Or.Sib.