κακκείοντες
κακκείοντες, Ep. for κατακείοντες, part. of κατακείω.
κακκείοντες, v. κατακείω.
κακκείοντες, = κατακείοντες, Od.
κακκείοντες
contr. pl. pple. κατακείω.
κακκείοντες : see κατακείω.