καλλιγραφικός
καλλιγραφικός, suited for fine penmanship
καλλιγρᾰφ-ικός, ή, όν,
- suited for fine penmanship, ἐργαλεῖον Suid. s.v. κανονίς; but σφάλμα κ. copyistʼs error, Steph. in Hp. 2.407 D.
καλλιγραφικός, ή, όν, schön stylisiert, Eust.