καλλιδίνης
καλλιδίνης, beautifully flowing
καλλῐ-δίνης [δῑ], ου, Dor. -ᾱς, α, ὁ,
- with beautiful eddies, Πηνειός E. HF 368 (lyr.).
καλλιδίνης, ὁ, schön wirbelnd, schön fließend, Πηνειός Eur. Herc.Fur. 365.
καλλιδίνης
καλλι-_δίνης, ου,
δίνη
- beautifully flowing, Eur.