καλοκαιρινός Save LSJ Bailly 2024 Pape κᾰλοκαιρ-ῐνός, ὁ, name of an ἐγχυματισμός, Hippiatr. 129.8. καλο·καιρινός, ή, όν [ᾰ] de la belle saison, Hippiatr. p. 271. Étym. κ. καιρός. καλοκαιρινός, ή, όν, in schöner Zeit, sommerlich, Sp.