καλοκάρφωτος Save LSJ Pape κᾰλο-κάρφωτος, ον, gloss on εὐγόμφωτος, Sch. Opp. H. 1.58. καλοκάρφωτος, Erkl. von εὐγόμφωτος, Schol. Opp. H. 1.58.