καλόθριξ Save LSJ Pape κᾰλό-θριξ, τριχος, ὁ, ἡ, = καλλίθριξ, Suid. s.v. εὐχαίτης ἵππος. καλόθριξ, τριχος, = καλλίθριξ, Hdn. epimer. 16.