Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
καλόγηρως
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Καλλυντήρια
καλλυντήριος
καλλυντής
κάλλυντρον
καλλύνω
κάλλυσμα
Καλλώ
κάλλωμα
Κάλλων
καλλωπίζω
καλλώπισμα
καλλωπισμός
καλλωπιστεία
καλλωπιστέος
καλλωπιστής
καλλωπιστικός
καλλωπίστρια
καλλωσόν
καλοαγόραστος
καλόβαθρον
καλοβάμων
καλοβασία
καλοβάστακτος
καλοβατέω
καλοβάτης
καλόβιος
καλοβουλία
καλογένειος
καλόγηρος
καλόγηρυς
καλόγηρως
καλόγλωσσος
καλογνώμων
καλοδιδάσκαλος
καλοειδής
καλοείμων
καλοέργαστος
καλοέργατις
καλοεργέτις
καλοεργός
καλοετής
καλοήθεια
καλοήθης
καλοθέλεια
καλοθελής
καλόθριξ
Καλοὶ Λιμένες
καλόϊς
καλοιώνιστος
καλοκἀγαθέω
καλοκἀγαθία
καλοκἀγαθικός
καλοκἀγαθικῶς
καλοκἀγαθός
καλοκαιρία
καλοκαιριανός
καλοκαιρινός
καλόκαιρος
καλόκαρπος
καλοκάρφωτος
καλοκέραστος
…
καλόγηρως
Save
Pape
καλόγηρως
,
von schönem, glücklichem Alter, VLL
, Sp., bes. Mönch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}