καλοδιδάσκαλος
καλοδιδάσκαλος, a teacher of virtue
κᾰλο-δῐδάσκᾰλος, ὁ,
- teacher of virtue, Ep.Tit. 2.3.
καλο·διδάσκαλος, ου [κᾰκᾰ] adj. m. qui enseigne le bien, NT. Tit. 2, 3.
Étym. κ. διδάσκαλος.
καλοδιδάσκαλος, ὁ, ein guter Lehrer, NT.
Strong 2567
*†
a teacher of that which is good: Tit 2:3.†
καλοδιδάσκαλος
κᾰλο-διδάσκαλος, ὁ,
- a teacher of virtue, NTest.