καραβοπρόσωπος
καραβοπρόσωπος, with the face of a κάραβος
κᾱρᾰβο-πρόσωπος, ον,
- with the face of a κάραβος, Luc. VH 1.35.
καραβο·πρόσωπος, ος, ον [ᾱᾰ] qui a la figure d’un homard, Luc. V.H. 1, 35.
Étym. κ. πρόσωπον.
καραβοπρόσωπος, [κᾱ], mit einem Käfer- oder Meerkrabbengesicht, Luc. V.H. 1.35.
καραβοπρόσωπος
κᾱρᾰβο-πρόσωπος, ον
- with the face of a κάραβος, Luc.