κατακρουνισμός
κατακρουνισμός, douche
κατακρουν-ισμός, ὁ,
- douche, Sor. 2.15, al.
κατακρουνισμός, οῦ (ὁ) au plur. douche, Sor. Obst. p. 226, 249, 255 éd. Erm.
Étym. κατακρουνίζω.
κατακρουνισμός, douche