κάτακρος
κάτ-ακρος, ον,
- strengthd. for ἄκρος, Sch.D Il. 15.536. Adv. -ως Anon. Prog. in Rh. 1.627 W.
κάτακρος, an der Spitze, Schol. Il. 15.536.
• Adv. κατάκρως , = κατάκρης, Sp.
• Adv. κατάκρως , = κατάκρης, Sp.