κατάκροτος
κατάκροτος, noisy
κατάκροτος, ον,
- noisy, Hld. 1.30.
κατά·κροτος, ος, ον, bruyant, Hld. 1, 30.
Étym. κ. κρότος.
κατάκροτος, geräuschvoll, Heliod. 1.30 ἠχὴ κατάκροτος.
κατάκροτος, noisy