κατακρίσιμος
κατακρίσιμος, condemned
κατα-κρίσιμος [κρῐ], ον,
- condemned: κατακρίσιμοι convicts, Peripl.M.Rubr. 59.
- II of a case, ready to be judged, Sammelb. 5230.18 (i A. D.).
κατακρίσιμος, ος, ον [ῐῐ] condamné, Pd. fr. 116 ; M. rubr. 59.
Étym. κατακρίνω.
κατακρίσιμος, zu verdammen, verdammlich, Sp.