About Report a problem

Menu

κατανίζω

κατανίζω, wash well

κατανίζω (pres. κατα-νίπτω Ph. 2.45),
  • wash well, ὄξει πάντα κ. Hp. Ulc. 27, cf. 24; τὸν κηρόν Gal. 13.743; γάλακι κατανενιμμένος Pherecr. 108.18.
    • II wash out, purge, αἱ διάρροιαι . . -νιφθεῖσαι πεπαύσονται Hp. Prorrh. 2.23; κατανίζεται τὸ σῶμα τοῖς οἴνοις Mnesith. ap. Ath. 11.484a.

Saved

Recent