καταπειρασμός
καταπειρασμός, attack
καταπειρ-ασμός, ὁ,
- attack, of disease, τοῦ συμπτώματος Dsc. Ther. 3, cf. Philum. Ven. 4.11: in pl., skirmishes, Anon. ap. Suid. s.v. χειραψίαι.
καταπειρασμός, οῦ (ὁ) accès d’un mal, Diosc. Th. 3, p. 427.
Étym. καταπειράζω.
καταπειρασμός, ὁ, Versuch, Angriff, Sp.