κατασκέπω
κατασκέπω,
- = κατασκεπάζω, AP 5.59 (Rufin.), Muson. Fr. 19 p.106 H.
κατα·σκέπω, c. κατασκεπάζω, Anth. 5, 60 ; Nonn. D. 2, 110, etc.
κατασκέπω, = κατασκεπάζω ; Muson. Stob. fl. 1.84 ; Rufin. 6 (V.60); Nonn. D. 2.110.