κατασκεπαστός Save κατασκεπαστός, covered LSJ Bailly 2024 κατασκεπ-αστός, όν, covered, Aq. Nu. 7.3. κατασκεπαστός, ός, όν, couvert, Aqu. Num. 7, 3. Étym. κατασκεπάζω.