κατατορνεύω
κατατορνεύω, turn
κατατορνεύω,
- turn, in Pass., κ. τὴν ἐντὸς ἐπιφάνειαν πρὸς ἐμβολέα Hero Spir. 1.28.
κατα·τορνεύω, fabriquer ou polir au tour, Héron Spir. p. 180, 19.
κατατορνεύω, ausdrechseln, Sp.