κατόπτομαι Save Bailly 2024 Pape *κατ·όπτομαι, d’où fut. κατόψομαι, ao. κατώφθην, pf. καθῶμμαι, v. καθοράω. κατόπτομαι, nur fut. κατόψομαι zu καθοράω.