About Report a problem

Menu

κινητήριος

κινητήριος, ladle

κῑν-ητήριος, α, ον,
  • = κινητικός, μύωψ A. Supp. 307; ἀλγεινὰ θυμοῦ κ. ib. 448; τὸ κ. ladle, = κίνητρον, Sch. Ar. Eq. 980.

Saved

Recent