κινητήριος
κινητήριος, ladle
κῑν-ητήριος, α, ον,
- = κινητικός, μύωψ A. Supp. 307; ἀλγεινὰ θυμοῦ κ. ib. 448; τὸ κ. ladle, = κίνητρον, Sch. Ar. Eq. 980.
κινητήριος, α, ον [κῑ] qui met en mouvement, qui agite, Eschl. Suppl. 307.
Étym. κινέω.
κινητήριος, [κῑ], bewegend, in Bewegung setzend ; βοηλάτην μύωπα κινητήριον Aesch. Suppl. 303, vgl. 443 ; – τὸ κινητήριον, Erkl. von τορύνη, Schol. Ar. Eq. 980.