κινητήρ
κῑν-ητήρ, ῆρος, ὁ,
- = κινητής, γαίης, γᾶς, h.Hom. 22.2, Pi. I. 4(3).19.
κινητήρ, ῆρος (ὁ) [ῑ] qui agite, qui ébranle, au pr. Hh. 21, 2 ; Pd. I. 4, 32.
Étym. κινέω.
κινητήρ, [κῑ], ῆρος, ὁ, = κινητής ; γαίης H.h. 21.2, Poseidon ; Pind. I. 3.37.
κῑνητήρ
- 1mover ὁ κινητὴρ δὲ γᾶς Ὀγχηστὸν οἰκέων sc. Poseidon I. 4.19
κινητήρ
κῑνητήρ, ῆρος,
= κινητής, Hhymn., Pind.