κοιλιολυτικός
κοιλιολυτικός, laxative
κοιλιο-λῠτικός, ή, όν,
- laxative, Gp. 10.51 tit.
κοιλιο·λυτικός, ή, όν [ῠ] qui relâche le ventre, laxatif, Geop. 10, 51.
Étym. κοιλία, λύω.
κοιλιολυτικός, ή, όν, Durchfall verursachend, Geop.