κοιλόσταθμος
κοιλόσταθμος, with coffered ceilings, panelled
κοιλό-σταθμος, ον,
- with coffered ceilings, panelled, οἶκοι LXX Hg. 1.4; θυρίδας κοιλοστάθμους PPetr. 3 p.143 (iii B.C.):—Subst. κοιλό-σταθμος, ὁ, coffered ceiling, τὸν κ. τοῦ ναοῦ . . ποιῆσαι IG ΙΙ(2).287A 96 (Delos, iii B.C.):—also κοιλό-σταθμον, τό, ib.B 146.
κοιλό·σταθμος, ος, ον, plafonné de planches recourbées, lambrissé, Spt. Agg. 1, 4.
Étym. κοῖλος, σταθμός.
κοιλόσταθμος, mit gewölbter Decke, Sp.