κοιλιώδης
κοιλιώδης, like a belly
κοιλι-ώδης, ες,
- like a belly, ὑποδοχαί Arist. PA 678b30.
κοιλιώδης, ης, ες, creux, Arstt. P.A. 4, 5, 9.
Étym. κοιλία, -ωδης.
κοιλιώδης, ες, bauchig, hohl, Arist. part. an. 4.5.