Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιλίωσις
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοιλάς
κοιλασία
κοίλασμα
κοιλέμβολον
Κοίλη
Κοίλη Συρία
κοιλία
κοιλιακός
κοιλιαλγέω
κοιλιαργία
κοιλίδιον
κοιλιοδαίμων
κοιλιόδεσμος
κοιλιόδουλος
κοιλιολάτρης
κοιλιολυσία
κοιλιολυτέω
κοιλιολυτικός
κοιλιομανία
κοιλιοπώλης
Κοίλιος
κοιλιοστροφία
κοιλιούχιον
κοιλιοφορέω
κοιλιοφόρος
κοιλίς
κοιλίσκος
κοιλισκωτός
κοιλιτική
κοιλιώδης
κοιλίωσις
κοιλογάστωρ
κοιλογένειος
κοιλογώνιος
κοιλοιδιάω
κοιλοκρόταφος
κοιλόμισχος
κοιλόμυχος
κοιλόπεδον
κοιλόπεδος
κοιλοπίτυξ
κοιλοποιέομαι
κοιλοριζών
κοῖλος
κόϊλος
κοιλοσταθμέω
κοιλόσταθμος
κοιλοστομία
κοιλόστομος
Κοιλοσυρία
κοιλόσυρτος
κοιλοσώματον
κοιλοσώματος
κοιλότης
κοιλοφθαλμία
κοιλοφθαλμιάω
κοιλόφθαλμος
κοιλοφυής
κοιλόφυλλος
κοιλόφωνος
κοιλοχείλης
…
κοιλίωσις
Save
LSJ
Pape
κοιλί-ωσις, v. κοίλωσις.
κοιλίωσις
, ἡ,
die Höhlung
, Iambl.,
l.d.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}