κοῖλος
κοῖλος, hollow, hollowed
- hollow, Hom. mostly as epith. of ships, κ. νῆες Il. 1.26, al. (later κ. ναῦς hold of the ship, Hdt. 8.119, X. HG 1.6.19, D. 32.5; so ἡ κ. alone, Theoc. 22.12, Callix. 1; τὰ κ. App. BC 5.107); κ. λόχος, κ. δόρυ, of the Trojan horse, Od. 4.277, 8.507; κ. σπέος 12.93; κ. πέτρα A. Eu. 23, S. Ph. 1081 (lyr.); κ. κάπετος, of a grave, Il. 24.797, S. Aj. 1165 (anap.), cf. Ant. 1205; κ. τάφρος E. Alc. 898 (anap.); κ. νάρθηξ Hes. Op. 52; ἄχερδος S. OC 1596; κ. φλέψ vena cava, Hp. Loc.Hom. 3, Gal. 2.786, 4.668; σφόνδυλος κ. Pl. R. 616d; of vessels, ἀγγήϊα Hdt. 4.2; κρατήρ S. OC 1593; ζύγαστρον Id. Tr. 692; κύλικος . . κοῖλον κύτος Pl. Com. 189; κ. ἄργυρος καὶ χρυσός silver and gold plate, Theopomp. Hist.283a, cf. S. Fr. 378, Arist. Oec. 1350b23, etc.; κ. ἐκκοπεύς Gal. 10.445; νόμισμα κ. dub. sens. in Numen. ap. Eus. PE 11.18; sunk, γράψαι εἰς σανίδα κοῖλα γράμματα SIG 1011.15 (Chalcedon, iii/ii B.C.), cf. Longin. Rh. p.199 H. (but κ. γραμμή curved line, Hero Bel. 75.15); ἀλέαν εἰς τὸ θύρωμα κοίλαν curved canopy, Rev.Arch. 22.63 (Callatis, iii B.C.); κ. ὑποδήματα boots that reach to mid-leg, Ael. NA 6.23 (κοῖλα ποσσὶν ὑποδέδεσθε Ezek. Exag. 181, cf. Poll. 7.84); κ. δέμνια empty bed, S. Tr. 901; κ. χείρ, of a beggar, AP 12.212 (Strat.); κ. ἱστίον Poll. 1.107; κοῖλος μήν short month, Gem. 8.3, cf. κοιλοποιέομαι, κοῖλος II.3: Comp., -ότερος ὁλμοῦ Epich. 81.
- 2 of Places, lying in a hollow or forming a hollow, κ. Λακεδαίμων the vale of L., Od. 4.1; κ. Θεσσαλίη Hdt. 7.129; κ. Ἄργος S. OC 378, 1387; Αὐλίδος κ. μυχοί E. IA 1600; κ. τόποι Plb. 3.18.10: as pr.n., K. Συρία the district between Lebanon and Anti Lebanon, Id. 1.3.1, etc.; τὰ K. τῆς Εὐβοίης Hdt. 8.13; ἡ K. the valley of the Ilissus, name of Attic deme, Id. 6.103, etc.: Comp., κοιλότερα τῆς κάτωθεν χώρας Arist. Mete. 352b33.
- b κ. λιμήν harbour lying between high cliffs, Od. 10.92; κ. αἰγιαλός embayed beach, 22.385; ἐν τῷ κ. καὶ μυχῷ τοῦ λιμένος Th. 7.52.
- c κ. ὁδός hollow way, Il. 23.419; κ. ἄγυια Pi. O. 9.34.
- d κ. ποταμός a river nearly empty of water, Th. 7.84; τοῦ ποταμοῦ κοίλου ῥυέντος Socr. ap. Ath. 9.388a; but κ. ποταμός with deep bed, Plb. 21.37.4.
- e τὰ κ. καὶ τὰ δασέα ravines grown with copsewood, Ar. Nu. 325.
- 3 κ. ἅλς, θάλασσα, the sea full of hollows, i.e. with a heavy swell on, A.R. 2.595, Plb. 1.60.6.
- 4 κ. νοσήματα internal complaints, Philostr. VA 3.44.
- II metaph.,
- 1 of the voice, hollow, κόχλον ἑλὼν μυκήσατο κοῖλον Theoc. 22.75 (though here κοῖλον may agree with κόχλον) ; φθέγγεσθαι κ. καὶ βαρύ Luc. Ner. 6, Philostr. VA 3.38; ὁ -ότατος τῶν φθόγγων Aristid.Quint. 1.10.
- 2 Philos., hollow, empty, void of content, αἱ κ. ἐνέργειαι, opp. αἱ ἀμείνους, Herm. in Phdr. p.170 A.: more freq. in Comp., κοιλοτέρα θεωρία, ζωή, ib. pp. 67,68A.; τὰ -ότερα, opp. τὰ ὑπέρτερα, ib.p.143 A., cf. Dam. Pr. 96; χωρῶν πρὸς τὸ κ. ib. 379.
- 3 ἡμέραν κ. ποιεῖσθαι allow payments to lapse for a day (cf. κοιλαίνω II.2), BGU 1136.5 (i B.C.); οὐδεμίαν δόσιν κ. ποιεῖσθαι ib. 1146.15 (i B.C.).
- III concave, τὸ κ., opp. τὸ κυρτόν, Arist. Ph. 222b3, EN 1102a31; κοῖλα καὶ ἐσέχοντα Philostr. Im. 2.20; of military formations, Ascl. Tact. 11.1.
- 2 bending, yielding, κλῇθρα S. OT 1262; σταθμὰ θυράων Theoc. 24.15.
- IV Subst. κοῖλον, τό, hollow, cavity, Pl. Phd. 109b, al.; esp. of cavities in the body, τὰ κ. γαστρός E. Ph. 1411; τὰ κ. [τῆς καρδίας] the ventricles, Arist. HA 496a13; τὸ κ. τῶν νεφρῶν ib. 497a11; τὸ τῶν χειρῶν κ. Apollod. ap. Ath. 11.479a; τὸ κ. τοῦ . . ποδός Hp. Epid. 5.48: prov., τὸ κ. τοῦ ποδὸς δεῖξαι to show ‘a clean pair of heels’, Hsch.; τὰ κ. τῶν ὀφθαλμῶν, τοῦ προσώπου, Hp. Mul. 2.119, Nat.Mul. 9 codd. (sed leg. κύλα) ; τὰ κ. alone, hollows of the side, flanks, like κενεών, Arist. HA 630a3.
- 2 κοῖλος· θυρεών, οὐκ ἔχων θύρας, Hsch.
1. hol:
2. in een holte gelegen:
3. subst.
-η, -ον (κόϝιλος. Cf. L. cavus and κῆτος).
- 1
Having a cavity inside, hollow: δόμον (a nest of wasps or bees) Il. 12.169: λόχον
(i.e. the Trojan horse) Od. 4.277, Od. 8.515, δόρυ (the same) Od. 8.507, φαρέτρης Od. 21.417.Of caves Od. 12.84, 93, 317.
- 2
Showing a cavity or cleft, fissured: πέτρην Il. 21.494.
Formed with a cavity into which something is to fit: μεσόδμης Od. 2.424=Od. 15.289.
- 3
Fashioned in concave form, hollow.
Epithet of ships Il. 1.26, Il. 5.791, Il. 7.78, Il. 8.98, Il. 10.525, etc.: Od. 1.211, Od. 2.18, Od. 3.344, Od. 4.817, Od. 10.447, Od. 15.420, etc.
Joined with ἐΐση Od. 11.508.
With μέλαινα Od. 3.365, Od. 4.731, Od. 10.272.
- 4
Depressed below the surrounding surface, forming a depression, sunken: χαράδρης Il. 4.454, ὁδοῦ Il. 23.419.
Of a grave: κάπετον Il. 24.797.
Epithet of a place, lying in a hollow, low-lying: λακεδαίμονα Il. 2.581: Od. 4.1.
- 5
Concave as viewed in section from the opening, forming an indentation or bay: λιμένος Od. 10.92, αἰγιαλόν Od. 22.385.
- 1
- 1hollow ἐν ναυσὶ κοίλαις O. 6.10 ῥάβδον, βρότεα σώμαθʼ ᾇ κατάγει κοίλαν πρὸς ἄγυιαν θνᾳσκόντων O. 9.34 κοίλᾳ λέοντος ἐν βαθυστέρνου νάπᾳ at Nemea I. 3.11
- Ihollow, hollowed, epith. of ships, which in early times were hollowed out of trees, Hom.; later, κοίλη ναῦς was the hold of the ship, Hdt., Xen.; so, ἡ κοίλη alone, Theocr.:—of the Trojan horse, κ. λόχος, κ. δόρυ Od.; κ. κάπετος, of a grave, Il.; κ. δέμνια, of the bed when no one is in it, Soph.
- 2of Places, lying in a hollow or forming a hollow, κοίλη Λακεδαίμων the vale of L., Od.; κ. Θεσσαλία Hdt.; κ. Ἄργος Soph.; τὰ Κοῖλα τῆς Εὐβοίας Hdt.; ἡ Κοιλή the valley of the Ilissus, Hdt.:— κ. λιμήν of a harbour lying between high cliffs, Od.; κ. αἰγιαλός an embayed beach, Od.:— κ. ὁδός a hollow way, Il.:— κ. ποταμός a river nearly empty of water, Thuc. (so Virgil, cava flumina): metaph. of the voice, hollow, μυκάσατο κοῖλον Theocr.; φθέγγεσθαι κοῖλον Luc.
- IIas Subst. κοῖλον, ου, τό, a hollow, cavity, ravine, Plat.; like κοιλία, of the cavities in the body, τὰ κ. γαστρός Eur.; also, ἐν τῷ κοίλῳ καὶ μυχῷ τοῦ λιμένος Thuc.
-
…· βοὴ δʼ ἐπὶ πόντον ὀρώρει θεσπεσίη, ὑπὸ δὲ τρόμος ἔλλαβε πάντας Ἀχαιούς · καί νύ κʼ ἀναΐξαντες ἔβαν κοίλας ἐπὶ νῆας, εἰ μὴ ἀνὴρ κατέρυκε παλαιά τε πολλά τε εἰδώς, Νέστωρ, οὗ καὶ πρόσθεν ἀρίστη φαίνετο…
Homer, Odyssey
-
…γάρ τε μάλιστά γε φίλτατόν ἐστιν ἀνδρὶ ἑταιρίσσαι, καί τʼ ἔκλυες ᾧ κʼ ἐθέλῃσθα, βάσκʼ ἴθι καὶ Πρίαμον κοίλας ἐπὶ νῆας Ἀχαιῶν ὣς ἄγαγʼ, ὡς μήτʼ ἄρ τις ἴδῃ μήτʼ ἄρ τε νοήσῃ τῶν ἄλλων Δαναῶν, πρὶν…
Homer, Iliad
-
…δὲ πρυμνήσιʼ ἔλυσαν. Τηλέμαχος δʼ ἑτάροισιν ἐποτρύνας ἐκέλευσεν ὅπλων ἅπτεσθαι · τοὶ δʼ ἐσσυμένως ἐπίθοντο. ἱστὸν δʼ εἰλάτινον κοίλης ἔντοσθε μεσόδμης στῆσαν ἀείραντες, κατὰ δὲ προτόνοισιν ἔδησαν, ἕλκον δʼ ἱστία λευκὰ ἐϋστρέπτοισι βοεῦσι. τοῖσιν δʼ ἴκμενον…
Homer, Odyssey
-
…· ταχέες δʼ ἔκπιπτον ὀϊστοί. δακρυόεσσα δʼ ὕπαιθα θεὰ φύγεν ὥς τε πέλεια, ἥ ῥά θʼ ὑπʼ ἴρηκος κοίλην εἰσέπτατο πέτρην χηραμόν · οὐδʼ ἄρα τῇ γε ἁλώμεναι αἴσιμον ἦεν · ὣς ἣ δακρυόεσσα φύγεν, λίπε δʼ αὐτόθι…
Homer, Iliad
-
…. Τρώων δὲ κλαγγή τε καὶ ἄσπετος ὦρτο κυδοιμὸς θυνόντων ἄμυδις · θηεῦντο δὲ μέρμερα ἔργα ὅσσʼ ἄνδρες ῥέξαντες ἔβαν κοίλας ἐπὶ νῆας. οἳ δʼ ὅτε δή ῥʼ ἵκανον ὅθι σκοπὸν Ἕκτορος ἔκταν, ἔνθʼ Ὀδυσεὺς μὲν ἔρυξε Διῒ φίλος…
Homer, Iliad
-
…ἴδμεν γὰρ ὅσον προβέβηκας ἁπάντων ἠδʼ ὅσσον δυνάμει τε καὶ ἥμασιν ἔπλευ ἄριστος · ἀλλὰ σὺ μὲν τόδʼ ἄεθλον ἔχων κοίλας ἐπὶ νῆας ἔρχευ, ἀτὰρ δόρυ Μηριόνῃ ἥρωϊ πόρωμεν, εἰ σύ γε σῷ θυμῷ ἐθέλοις · κέλομαι γὰρ ἔγωγε…
Homer, Iliad
-
…φίλον, ᾧ τε σὺ Κάλχαν εὐχόμενος Δαναοῖσι θεοπροπίας ἀναφαίνεις, οὔ τις ἐμεῦ ζῶντος καὶ ἐπὶ χθονὶ δερκομένοιο σοὶ κοίλῃς παρὰ νηυσί βαρείας χεῖρας ἐποίσει συμπάντων Δαναῶν, οὐδʼ ἢν Ἀγαμέμνονα εἴπῃς, ὃς νῦν πολλὸν ἄριστος Ἀχαιῶν εὔχεται εἶναι…
Homer, Iliad
-
…ἥατο πάντες ἄριστοι Ἀργείων Τρώεσσι φόνον καὶ κῆρα φέροντες. ἤειδεν δʼ ὡς ἄστυ διέπραθον υἷες Ἀχαιῶν ἱππόθεν ἐκχύμενοι, κοῖλον λόχον ἐκπρολιπόντες. ἄλλον δʼ ἄλλῃ ἄειδε πόλιν κεραϊζέμεν αἰπήν, αὐτὰρ Ὀδυσσῆα προτὶ δώματα Δηιφόβοιο βήμεναι, ἠύτʼ Ἄρηα…
Homer, Odyssey
-
…, οὐδʼ ὑμεῖς περ ἐνὶ φρεσὶ θέσθε ἑκάστη ἐκ λεχέων μʼ ἀνεγεῖραι, ἐπιστάμεναι σάφα θυμῷ, ὁππότʼ ἐκεῖνος ἔβη κοίλην ἐπὶ νῆα μέλαιναν. εἰ γὰρ ἐγὼ πυθόμην ταύτην ὁδὸν ὁρμαίνοντα, τῷ κε μάλʼ ἤ κεν ἔμεινε καὶ ἐσσύμενός…
Homer, Odyssey
-
…γεραίτερος εὔχομαι εἶναι · οἱ δʼ ἄλλοι φιλότητι νεώτεροι ἄνδρες ἕπονται, πάντες ὁμηλικίη μεγαθύμου Τηλεμάχοιο. ἔνθα κε λεξαίμην κοίλῃ παρὰ νηὶ μελαίνῃ νῦν · ἀτὰρ ἠῶθεν μετὰ Καύκωνας μεγαθύμους εἶμʼ ἔνθα χρεῖός μοι ὀφέλλεται, οὔ τι νέον γε…
Homer, Odyssey