Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοιλοποιέομαι
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοιλιοδαίμων
κοιλιόδεσμος
κοιλιόδουλος
κοιλιολάτρης
κοιλιολυσία
κοιλιολυτέω
κοιλιολυτικός
κοιλιομανία
κοιλιοπώλης
Κοίλιος
κοιλιοστροφία
κοιλιούχιον
κοιλιοφορέω
κοιλιοφόρος
κοιλίς
κοιλίσκος
κοιλισκωτός
κοιλιτική
κοιλιώδης
κοιλίωσις
κοιλογάστωρ
κοιλογένειος
κοιλογώνιος
κοιλοιδιάω
κοιλοκρόταφος
κοιλόμισχος
κοιλόμυχος
κοιλόπεδον
κοιλόπεδος
κοιλοπίτυξ
κοιλοποιέομαι
κοιλοριζών
κοῖλος
κόϊλος
κοιλοσταθμέω
κοιλόσταθμος
κοιλοστομία
κοιλόστομος
Κοιλοσυρία
κοιλόσυρτος
κοιλοσώματον
κοιλοσώματος
κοιλότης
κοιλοφθαλμία
κοιλοφθαλμιάω
κοιλόφθαλμος
κοιλοφυής
κοιλόφυλλος
κοιλόφωνος
κοιλοχείλης
κοιλόω
κοιλώδης
κοίλωμα
Κοίλων
κοιλῶνυξ
κοιλῶπαν
κοιλώπης
κοιλῶπις
κοιλωπός
κοίλωσις
κοιλωτέα
…
κοιλοποιέομαι
Save
LSJ
κοιλο-ποιέομαι,
= κοιλαίνω II.2, μηδένα μῆνα
BGU
1134.13 (i B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}