κοινωμάτιον
κοινωμάτιον, band, tie
κοιν-ωμάτιον, τό,
- band, tie, Ph. Bel. 64.3.
κοινωμάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] petit lien, Phil. byz. p. 64.
Étym. dim. du préc.
κοινωμάτιον, τό, dim. zu κοίνωμα, Band, Mathem. vett.