Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοινωφελῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοινόω
Κοΐντιος
Κοΐντος
Κοίντος
Κόϊντος
Κοίνυρα
Κοινώ
κοίνωμα
κοινωμάτιον
κοινών
κοινωνατικός
κοινωνέω
κοινώνημα
κοινώνησις
κοινωνητέον
κοινωνητέος
κοινωνητικός
κοινωνία
κοινωνικός
κοινωνικῶς
κοινωνιμαῖος
κοινωνοποιέω
κοινωνός
κοινῶς
κοίνωσις
κοινωτέος
κοινωφέλεια
κοινωφελής
κοινωφελία
κοινωφέλιμος
κοινωφελῶς
κόϊξ
Κοιογένεια
Κοιογενής
κοιόλης
κοῖος
Κοῖος
κοιπποίβα
Κοιράνειον
κοιράνειος
Κοιράνειος
κοιρανέω
κοιρανῇος
κοιρανία
Κοιρανίδας
κοιρανίδης
κοιρανικός
κοιρανόμοιρος
κοίρανος
Κοίρανος
Κοιρατάδας
κόϊς
Κοισύρα
κοίτα
κοιτάζομαι
κοιτάζω
Κοῖται
κοιταῖος
κοιτάξομαι
κοιτάριον
κοιτάριος
…
κοινωφελῶς
Save
Bailly 2024
κοινωφελῶς,
adv.
pour le bien commun,
Chrys.
2, 400
.
Étym.
κοινωφελής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}