Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κοινωνοποιέω
LSJ
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κοινότοκος
κοινοτροφία
κοινοτροφικός
κοινοφαγία
κοινοφιλής
κοινόφρων
κοινοφυής
κοινοχρησία
κοινοχρηστία
κοινόω
Κοΐντιος
Κοΐντος
Κοίντος
Κόϊντος
Κοίνυρα
Κοινώ
κοίνωμα
κοινωμάτιον
κοινών
κοινωνατικός
κοινωνέω
κοινώνημα
κοινώνησις
κοινωνητέον
κοινωνητέος
κοινωνητικός
κοινωνία
κοινωνικός
κοινωνικῶς
κοινωνιμαῖος
κοινωνοποιέω
κοινωνός
κοινῶς
κοίνωσις
κοινωτέος
κοινωφέλεια
κοινωφελής
κοινωφελία
κοινωφέλιμος
κοινωφελῶς
κόϊξ
Κοιογένεια
Κοιογενής
κοιόλης
κοῖος
Κοῖος
κοιπποίβα
Κοιράνειον
κοιράνειος
Κοιράνειος
κοιρανέω
κοιρανῇος
κοιρανία
Κοιρανίδας
κοιρανίδης
κοιρανικός
κοιρανόμοιρος
κοίρανος
Κοίρανος
Κοιρατάδας
κόϊς
…
κοινωνοποιέω
Save
LSJ
Pape
κοινων-οποιέω,
= κοινωνέω,
Gloss.
κοινωνοποιέω
, = κοινωνέω.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}