κοινωφελία
κοινωφελία, common utility
κοιν-ωφελία, ἡ,
- common utility, Phld. Rh. 1.174 S. (pl.), D.S. 1.51: on the form (-εια Just. Nov. 7.12 Ep.), cf. EM 462.21.
κοινωφελία, ἡ, = κοινωφέλεια, EM. 462.11.