About
Menu

λαχαίνω

λαχαίνω, to dig

λᾰχαίνω, (from λαχάν-
  • yω, cf. λάχανον) dig, μεγάλην ἐλάχαινε . . . τάφρον Mosch. 4.96, cf. Opp. H. 3.121; κρῆναι ἃς ἐλάχηνεν A.R. 3.222; λαχαινέμεν ἔργα σιδήρου dig iron mines, Call. Fr. 305; σκαπανῇ λ. αἶαν Orph. Fr. 280 (prob.).

Saved

Recent