Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαχανευτής
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λαφύειν
λαφύκτης
λάφυξις
λάφυρα
λαφυραγωγέω
λαφυραγωγητική
λαφυραγωγητικός
λαφυραγωγία
λαφυραγωγός
λαφυρεύω
λαφυρέω
λαφυρία
λάφυρον
λαφυροπωλεία
λαφυροπωλεῖον
λαφυροπωλέω
λαφυροπώλης
λαφυροπώλιον
λαφύσσω
λαφύστιος
Λαφύστιος
λαφύττω
λάφωνοι
λαχαίνω
λαχανάριον
λαχανᾶς
λαχανεία
λαχάνευμα
λαχανεύομαι
λαχανεύς
λαχανευτής
λαχανεύω
λαχανηλόγος
λαχανηρός
λαχανήτης
λαχανηφόρος
λαχανιά
λαχανίδιον
λαχανίζομαι
λαχανίζω
λαχανικός
λαχάνιον
λαχάνιος
λαχανισμός
λαχανοειδής
Λαχανοθαύμασος
λαχανοθήκη
λαχανοκομέω
λαχανοκοπικός
λάχανον
λαχανοπράτης
λαχανοπροβάλλω
λαχανόπτερος
λαχανοπωλεῖον
λαχανοπωλέω
λαχανοπώλης
λαχανοπωλήτρια
λαχανοπωλία
λαχανοπωλικός
λαχανοπώλιον
λαχανόπωλις
…
λαχανευτής
Save
LSJ
λᾰχᾰν-ευτής, οῦ, ὁ, = foreg.,
POxy.
43viii 12 (iii A.D.), 1139.2 (iv A.D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}