λεπτοκοπέω
λεπτοκοπέω, chop fine
λεπτο-κοπέω,
- chop fine or small, Dsc. 1.12, 5.75 (both Pass.), Aq., Thd., Sm. Is. 28.28.
λεπτοκοπέω , contr. [λεπτός , κόπτω ] aor. ptc. λεπτοκοπήσας ‖ pf. ptc. mid. pass. λελεπτοκοπημένος ‖ fut. pass. λεπτοκοπηθήσομαι VT (Aq.) Is. 28.28; to cut to pieces, shred Diosc.2 1.12, al. etc.
λεπτο·κοπέω-ῶ, couper mince, hacher menu, Diosc. 1, 11 ; Spt. Esaï. 27, 9, etc.
Étym. λ. -κοπος de κόπτω.
λεπτοκοπέω, klein hacken, Diosc.