λεπτολάχανον
λεπτολάχανον, small vegetables
λεπτο-λάχᾰνον [λᾰ], τό,
- small vegetables, POxy. 1656.8 (iv/v A.D.).
λεπτολά̆χᾰνον -ου, τό [λεπτός , λάχανον] vegetable puree Pall. L. 2.2.
λεπτολάχανον, τό, kleines Gemüse, K.S.