λευχείμων
λευχείμων, clad in white
λευχ-είμων, ονος, ὁ, ἡ, (εἷμα)
- clad in white, Phint. ap. Stob. 4.23.61a; λεώς Ph. 2.188, cf. Orph. H. 51.11, Aristid. Or. 48(24).31.
λευχείμων -ονος [λευκός , εἷμα ] dressed in white Phint. (Stob. 4.23.61a) Orph. H. 51.11 etc.
λευχ·είμων, gén. ονος (ὁ, ἡ) vêtu de blanc, Phintys (Stob. Fl. 74, 61) ; Orph. H. 50, 10 ; Arstd. t. 1, 298.
Étym. λευκός, εἷμα.
λευχείμων, ον, weißgekleidet, Phint. Stob. fl. 74.61 ; Orph. H. 50.10.