λευκωματώδης
λευκωματώδης, of the nature of λεύκωμα II.2
λευκ-ωματώδης, ες,
- of the nature of λεύκωμα II.2, πάθος Erot. s.v. ἄργεμον.
λευκωματώδης, ες, dem weißen Staar ähnlich, Erotian.