λευχηπατίας Save LSJ Brill-Montanari Bailly 2024 Pape λευχ-ηπᾰτίας, ου, ὁ, = λευκηπατίας, Suid. λευχηπατίας -ου, ὁ, see λευκηπατίας. λευχηπατίας v. λευκηπατίας. λευχηπατίας, = λευκηπατίας.