λέχος
λέχος, a couch, bed
- couch, bed, Il. 1.609, al.: in Hom. freq. in pl., bedstead, Il. 3.448, al.
- 2 bier, usu. in pl., 24.589, 702, IG Rom. 4.507a25 (Pergam.), etc.
- 3 marriage-bed: and generally, marriage, ἐμὸν λ. ἀντιόωσαν Il. 1.31; ὁμὸν λ. εἰσαναβαίνοι 8.291; λ. δʼ ᾔσχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος Od. 8.269, cf. 3.403; ἑτέρῳ λέχεϊ, i.e. in adultery, Pi. P. 11.24; ἰὼ λ. καὶ στίβοι φιλάνορες A. Ag. 411 (lyr.); τὸ σὸν λ. ξυνῆλθον S. Aj. 491; λ. Ἡρακλεῖ . . ξυστᾶσα Id. Tr. 27; κρύφιον ὡς ἔχοι λέχος ib. 360; λέχους γὰρ . . ἁγνὸν δέμας (sc. ἐστί) E. Hipp. 1003: freq. in pl., ἐκ λεχέων Pi. P. 9.37; λεχέων Διὸς εὐνάτειρα A. Pr. 895 (lyr.); τὰ νυμφικὰ λ. S. OT 1243: ἱέμενοι λεχέων Id. Tr. 514 (lyr.); γῆμαι μείζω λέχη make a great marriage, E. El. 936; λ. τἀλλότρια ib. 1089; μικρὰ μεγάλων ἀμείνω . . λέχη ib. 1099: hence for the concrete, λ. νεώτερον younger spouse, Sapph. 75; σὰ λέχεα thy spouse, E. El. 481 (lyr.); ὤλεσας κεδνὸν λ. Id. Hipp. 835: used by Com. in poet. or mock Trag. passages, λ. γαμήλιον Ar. Av. 1758; κουρίδιον λ. Id. Pax 844; παιδὶ συμμεῖξαι λ. Id. Th. 891.
- 4 a birdʼs nest, A. Ag. 50 (anap.), S. Ant. 425.
🄰 poet. bed, pallet Il. 3.391, al. Od. 4.730, al. Alc. 283.8 etc. (pl. = sg.) ‖ nuptial bed, often fig. union, wedding, marriage Il. 1.31, al. Od. 8.269, al. Hes. Th. 57, al. Pind. P. 9.16 Soph. O.T. 1243, al. etc.; λέχη τοῦ θανόντος ἐν χεροῖν ἐμαῖν χραίνω with my hands I contaminate the dead manʼs bed Soph. O.T. 821; ἱέμενοι λεχέων desirous of marriage Soph. Tr. 514; τὸ σὸν λέχος ξυνῆλθον I united myself with you Soph. Ai. 491 | extens.: κρύφιον ὡς ἔχοι λέχος because I wanted a clandestine love Soph. Tr. 360 | huband, wife Theocr. 22.149
🄱 funeral bed, coffin Il. 24.589, al. etc.
🄲 nest, of birds Aeschl. Ag. 50 Soph. Ant. 425.
τό
[λεχ-, λέγω1.]
Dat. λεχέεσσι Il. 3.448, Il. 18.233, Il. 22.87, Il. 23.25, Il. 24.600, etc. : Od. 1.366, Od. 3.399, Od. 10.497, Od. 24.44, etc. λέχεσσι Il. 3.391 : Od. 1.440, Od. 10.12.
- 1
Properly, a bedstead as distinguished from the bedding (εὐνή) : ἐκθεῖσαι λέχος ἐμβάλετʼ εὐνήν Od. 23.179. Cf. Od. 23.184, 189, 199, 203. (Cf. λ. καὶ εὐνήν Od. 3.403, Od. 7.347, Od. 8.269 cited under 3.a.)–In pl. of a single bed : ἐν δινωτοῖσι λέχεσσιν Il. 3.391. Cf. Il. 3.448 : Od. 1.440, Od. 3.399= Od. 7.345, Od. 10.12.
- 2
A bed, one’s bed : πρὸς ὃν λέχος ἤϊεν Il. 1.609. Cf. Il. 9.621, 659, 660, Il. 24.648 : Od. 7.340= Od. 23.291, Od. 23.171, 177.
In pl. of a single bed : οὔ μοι θνῄσκων λεχέων ἐκ χεῖρας ὄρεξας Il. 24.743 : ἐκ λεχέων μʼ ἀνεγεῖραι (my bed) Od. 4.730. Cf. Od. 10.497.
- 3
- a
The marriage-bed : νωΐτερον λέχος αὐτῶν Il. 15.39. Cf. Il. 3.411 : ἄλοχος λέχος πόρσυνε καὶ εὐνήν Od. 3.403. Cf. Od. 7.347, Od. 8.269.
In pl. : παραὶ λεχέεσσι κλιθῆναι (παραί advbl.) Od. 1.366 = Od. 18.213. Cf. Il. 11.1 : = Od. 5.1.
- b
With reference to intercourse outside of wedlock : ἥ κέν τοι ὁμὸν λ. εἰσαναβαίνοι Il. 8.291. Cf. Il. 1.31.
- a
- 4
A litter used for carrying a dead body from the field.
In pl. : Πάτροκλον κάτθεσαν ἐν λεχέεσσιν Il. 18.233.
A stand on which a dead body was placed to await the funeral rites or on which it could be carried, a bier.
In pl. : οὔ σε κλαύσομαι ἐν λεχέεσσιν Il. 22.87, τὸν λεχέων ἐπέθηκεν Il. 24.589. Cf. Il. 18.352, Il. 21.124, Il. 22.353, Il. 23.25, 171, Il. 24.600, 702, 720 : Od. 24.44, 295.
- 1
- 1bed ποι]κίλω[ν ἐ]κ λεχέω[ν (supp. Lobel) fr. 169. 36. as euphemism for sexual intercourse, ἤλυθεν ἐς λέχος ἱμερτὸν Θυώνᾳ P. 3.99 “εὑρήσει γυναικῶν ἐν λέχεσιν γένος” P. 4.51 Ναὶς εὐφρανθεῖσα Πηνειοῦ λέχει Κρέοισʼ ἔτικτεν P. 9.16 “ἐκ λεχέων κεῖραι μελιαδέα ποίαν” P. 9.37 ἢ ἑτέρῳ λέχεϊ δαμαζομέναν ἔννυχοι πάραγονκοῖται; P. 11.24 λυγρόν τʼ ἔρανον Πολυδέκτᾳ θῆκε ματρός τʼ ἔμπεδον δουλοσύναν τό τʼ ἀναγκαῖον λέχος i. e. concubinage P. 12.15, cf., ]αν λέχεά τʼ ἀναγκαῖα δολ[ (of Danae and Polydektes) Δ. 4. 15. βροτέων δὲ λεχέων τυχοῖσα υἱὸν εἰσιδέτω θανόντʼ ἐν πολέμῳ (γάμων. Σ.) I. 8.36 λεχέων ἐπʼ ἀμβρότων Pae. 6.140 of childbed, γυναῖκας, ὅσαι τύχον Ἀλκμήνας ἀρήγοισαι λέχει N. 1.49 cf. ἄπεπλος ἐκ λεχέων νεοτόκων[ ]νόρουσε (sc. Ἀλκμήνα) Πα. 20. 14. <λέχος> (supp. Snell e Σ, λέχος ἐπὶ τὴν λοχείαν) Πα. 7B. 33. met., λέχει πέλας ἀμβροσίῳ Μελίας (τῷ Ἰσμηνίῳ λέγει Σ.) Πα. 9. 35. ἐκ λεχέων ἀνάγει φάμαν παλαιὰν εὐκλέων ἔργων i. e. from its bed of slumber I. 4.22
- 1a couch, bed, Hom., etc.
- 2a kind of state-bed or bier, Il., etc.
- 3a marriage-bed, and generally marriage, Od., Trag.; so in pl. τὰ νυμφικὰ λ. Soph.; γῆμαι μείζω λέχη to make a great marriage, Eur., etc.:—also for the concrete, σὰ λέχεα thy spouse, Eur.
- 4a birdʼs nest, Aesch., Soph.
-
…εἰσαναβᾶσα φίλον πατέρʼ εἰσενόησεν ἑσταότʼ ἐν δίφρῳ, κήρυκά τε ἀστυβοώτην · τὸν δʼ ἄρʼ ἐφʼ ἡμιόνων ἴδε κείμενον ἐν λεχέεσσι · κώκυσέν τʼ ἄρʼ ἔπειτα γέγωνέ τε πᾶν κατὰ ἄστυ · ὄψεσθε Τρῶες καὶ Τρῳάδες Ἕκτορʼ ἰόντες, εἴ ποτε…
Homer, Iliad
-
…Ὀδυσσεὺς τρητοῖς ἐν λεχέεσσιν ὑπʼ αἰθούσῃ ἐριδούπῳ · Ἀλκίνοος δʼ ἄρα λέκτο μυχῷ δόμου ὑψηλοῖο, πὰρ δὲ γυνὴ δέσποινα λέχος πόρσυνε καὶ εὐνήν. ἦμος δʼ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς, ὤρνυτʼ ἄρʼ ἐξ εὐνῆς ἱερὸν μένος Ἀλκινόοιο, ἂν…
Homer, Odyssey
-
…τʼ ἐνθέμεναι οὔλας καθύπερθεν ἕσασθαι. αἱ δʼ ἴσαν ἐκ μεγάροιο δάος μετὰ χερσὶν ἔχουσαι · αὐτὰρ ἐπεὶ στόρεσαν πυκινὸν λέχος ἐγκονέουσαι, ὤτρυνον δʼ Ὀδυσῆα παριστάμεναι ἐπέεσσιν · ὄρσο κέων, ὦ ξεῖνε · πεποίηται δέ τοι εὐνή. ὣς…
Homer, Odyssey
-
…καὶ ἀπὸ βλεφάρων ἔρος εἴβετο δερκομενάων λυσιμελής · καλὸν δέ θʼ ὑπʼ ὀφρύσι δερκιόωνται. αὐτὰρ ὁ Δήμητρος πολυφόρβης ἐς λέχος ἦλθεν, ἣ τέκε Περσεφόνην λευκώλενον, ἣν Ἀιδωνεὺς ἥρπασε ἧς παρὰ μητρός · ἔδωκε δὲ μητίετα Ζεύς. μνημοσύνης…
Hesiod, Theogony
-
…ἀμφʼ Ἄρεος φιλότητος εὐστεφάνου τʼ Ἀφροδίτης, ὡς τὰ πρῶτα μίγησαν ἐν Ἡφαίστοιο δόμοισι λάθρῃ, πολλὰ δʼ ἔδωκε, λέχος δʼ ᾔσχυνε καὶ εὐνὴν Ἡφαίστοιο ἄνακτος. ἄφαρ δέ οἱ ἄγγελος ἦλθεν Ἥλιος, ὅ σφʼ ἐνόησε μιγαζομένους φιλότητι .…
Homer, Odyssey
-
…οἱ στόρεσον πυκινὸν λέχος, Εὐρύκλεια, ἐκτὸς ἐϋσταθέος θαλάμου, τόν ῥʼ αὐτὸς ἐποίει · ἔνθα οἱ ἐκθεῖσαι πυκινὸν λέχος ἐμβάλετʼ εὐνήν, κώεα καὶ χλαίνας καὶ ῥήγεα σιγαλόεντα. ὣς ἄρʼ ἔφη πόσιος πειρωμένη · αὐτὰρ Ὀδυσσεὺς ὀχθήσας ἄλοχον…
Homer, Odyssey
-
…ἄλοχον ποιήσεται ἢ ὅ γε δούλην. κεῖσε δʼ ἐγὼν οὐκ εἶμι · νεμεσσητὸν δέ κεν εἴη · κείνου πορσανέουσα λέχος · Τρῳαὶ δέ μʼ ὀπίσσω πᾶσαι μωμήσονται · ἔχω δʼ ἄχεʼ ἄκριτα θυμῷ. τὴν δὲ χολωσαμένη προσεφώνεε δῖʼ Ἀφροδίτη…
Homer, Iliad
-
…, ἣν Κάδμος ὑπέρθυμος θέτʼ ἄκοιτιν. Ζηνὶ δʼ ἄρʼ Ἀτλαντὶς Μαίη τέκε κύδιμον Ἑρμῆν, κήρυκʼ ἀθανάτων, ἱερὸν λέχος εἰσαναβᾶσα. Καδμείη δʼ ἄρα οἱ Σεμέλη τέκε φαίδιμον υἱὸν μιχθεῖσʼ ἐν φιλότητι, Διώνυσον πολυγηθέα, ἀθάνατον θνητή ·…
Hesiod, Theogony
-
…Ζεὺς γὰρ ἱμέρου βέλει πρὸς σοῦ τέθαλπται καὶ συναίρεσθαι Κύπριν θέλει · σὺ δʼ, ὦ παῖ, μὴ ʼπολακτίσῃς λέχος τὸ Ζηνός, ἀλλʼ ἔξελθε πρὸς Λέρνης βαθὺν λειμῶνα, ποίμνας βουστάσεις τε πρὸς πατρός, ὡς ἂν τὸ Δῖον…
Aeschylus, Prometheus Bound
-
…ἐμὲ πρεσβήϊον ἐν χερὶ θήσω, ἢ τρίποδʼ ἠὲ δύω ἵππους αὐτοῖσιν ὄχεσφιν ἠὲ γυναῖχʼ, ἥ κέν τοι ὁμὸν λέχος εἰσαναβαίνοι. τὸν δʼ ἀπαμειβόμενος προσεφώνεε Τεῦκρος ἀμύμων · Ἀτρεΐδη κύδιστε τί με σπεύδοντα καὶ αὐτὸν ὀτρύνεις ; οὐ μέν…
Homer, Iliad