λευκωματικός
λευκωματικός, good for
λευκ-ωμᾰτικός, ή, όν,
- good for λεύκωμα II.2, κολλούρια Paul.Aeg. 3.22.
λευκωματικός -ή -όν [λεύκωμα ] that cures leucoma, of eyedrops PAeg. 3.22.24, 25.