λοχαγέτης Save Bailly 2024 Pape λοχαγέτης, ου (ὁ) [ᾱ] dor. c. λοχαγός, Eschl. Sept. 42 ; Eur. Ph. 974, Suppl. 502. Étym. λοχαγέω. λοχαγέτης, [ᾱ], ὁ, dor. u. att. statt λοχηγέτης = λοχαγός ; Aesch. Spt. 42 ; Eur. Phoen. 681.