Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λόφυρος
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λοφάδεια
λοφάδια
λοφαδίας
λοφαίη
λοφάω
λοφεῖον
λόφη
λοφηφόρος
λοφιά
λοφίας
λοφίδιον
λοφίζω
λοφιή
λοφιήτης
λόφιον
λόφιος
λοφίς
λοφνία
λοφνίδιον
λοφνίς
λοφόεις
λοφόομαι
λοφοποιός
λοφοπωλέω
λοφοπώλης
λοφορρῶγα
λοφορρώξ
λόφος
λόφουρος
λοφοφόρος
λόφυρος
λοφώδης
λόφωσις
λοφωσός
λοφωτός
Λόχα
λοχαγενεῖς
λοχαγέτας
λοχαγέτης
λοχαγέω
λοχαγία
λοχαγός
Λοχαγός
λοχαγωγία
λοχαγωγός
λοχάδην
λοχάζομαι
λοχάζω
λοχαῖος
λοχαρχέτης
λοχάρχης
λόχαρχος
λοχάς
λοχάω
λοχεία
Λοχεία
λόχεια
λοχειαῖος
λοχεῖος
λοχεός
λοχέος
…
λόφυρος
Save
Pape
λόφυρος
, nach Hesych. = λοφωτός.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}