Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετρήδην
μετρήδην, by measure
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετόπιν
μέτοπις
μετόπισθε
μετόπισθεν
μέτοποι
μετοπώρα
μετοπωρίζω
μετοπωρινός
μετόπωρον
μετόπωρος
μετορμιζ
μετορμίζομαι
μετορμίζω
μετόρχιον
μετοσσέω
Μετοῦλος
μετουσία
μετουσιαστικός
μετούσιος
μετουσῶ
μετοχέτευσις
μετοχετεύω
μετοχή
μετοχικός
μετοχικῶς
μετόχλησις
μετοχλίζω
μετοχμάζω
μέτοχος
μετρέω
μετρήδην
μετρηδόν
μέτρημα
μετρημάτιον
μέτρησις
μετρητέον
μετρητέος
μετρητής
μετρητιαῖος
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
μέτριον
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
μετριοπαθῶς
μετριόπλουτος
μετριοποσία
μετριοπότης
μετριοποτίστατος
μέτριος
…
μετρήδην
Save
μετρήδην, by measure
LSJ
μετρ-ήδην, Adv.
by measure,
Nic.
Al.
45 (
v.l.
μετρ-ηδόν
).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}