Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μετοχικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μετόν
μετονομάζω
μετονομασία
μετόνυχον
μετοξύ
μετόπη
μετόπιν
μέτοπις
μετόπισθε
μετόπισθεν
μέτοποι
μετοπώρα
μετοπωρίζω
μετοπωρινός
μετόπωρον
μετόπωρος
μετορμιζ
μετορμίζομαι
μετορμίζω
μετόρχιον
μετοσσέω
Μετοῦλος
μετουσία
μετουσιαστικός
μετούσιος
μετουσῶ
μετοχέτευσις
μετοχετεύω
μετοχή
μετοχικός
μετοχικῶς
μετόχλησις
μετοχλίζω
μετοχμάζω
μέτοχος
μετρέω
μετρήδην
μετρηδόν
μέτρημα
μετρημάτιον
μέτρησις
μετρητέον
μετρητέος
μετρητής
μετρητιαῖος
μετρητικός
μετρητίς
μετρητός
μετριάζω
μετριακός
μετριασμός
μετριάω
μετριεύομαι
μετρικός
μετριολογέομαι
μετριολόγος
μέτριον
μετριοπαγής
μετριοπάθεια
μετριοπαθέω
μετριοπαθής
…
μετοχικῶς
Save
Bailly 2024
μετοχικῶς,
adv.
avec la valeur d’un participe,
Apoll.
Lex.
p. 766
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}