Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
μελεάγριον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
μελάντατος
Μελάντειοι σκόπελοι
μελαντειχής
μελάντερος
μελαντηρία
μελαντήριον
μελαντικός
μελαντραγής
μελάνυδρος
μελάνω
μελανώδης
μελάνωμα
Μελανώπη
μελανῶπις
μελανωπός
Μελάνωπος
μελάνωσις
μελανώτατος
μελανώτερος
μέλαξ
μελάρρινος
μέλας
Μέλας
μέλασμα
μελασμός
μέλδομαι
μέλδω
μέλε
Μελεά
Μελεάγρειος
μελεάγριον
μελεαγρίς
μελέαγρος
Μελέαγρος
μελεάζω
μελεαί
Μελέας
μελεγγραφής
μελεδαίνω
μελεδαντός
μελέδη
μελεδηθμός
μελέδημα
μελεδήμων
μελεδών
μελεδωνεύς
μελεδώνη
μελεδωνός
μέλεθρον
μέλει
μελεΐζω
μελέϊνος
μελεϊστί
Μελελεήλ
μελεοπαθής
μελεοπόνος
μελεόπονος
μελέοπονος
μέλεος
μελεόφρων
μελερόν
…
μελεάγριον
Save
LSJ
μελε-άγριον or
μελέ-αγρον
, τό, a plant,
Anon.
ap.
Suid.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}