μελεδαντός
μελεδαντός, object of care
μελεδ-αντός, ή, όν,
- object of care, Μαραθὼν . . μ. ἀνδράσιν BCH 50.529 (Attica, ii A.D.). -ή, f.l. for μελέτη, Hp. Mul. 1.67.